Ο φωτισμένος Πατριάρχης που μεγάλωσε στις πλαγιές του Σαραντάπηχου Κορινθίας - Δοσίθεος Β΄ Ιεροσολύμων




Χειροτονήθηκε Διάκονος στην Κόρινθο σε ηλικία 11 ετών – Ίδρυσε τυπογραφεία και ελληνικά σχολεία και πάλεψε με επιτυχία για την ελληνική κυριαρχία στα Άγια Προσκυνήματα των Ιεροσολύμων...


“Γνωρίζομε από λιτόν αυτοβιογραφικόν σημείωμα του Ιεροσολύμων Δοσιθέου ότι ούτος εγεννήθηκε είς την κορινθιακήν Αράχοβαν την 31 Μαΐου 1641”. Αυτό αναφέρει ο αείμνηστος Τάσος Γριτσόπουλος στο βιβλίο του «Εκκλησιαστική Ιστορία και Χριστιανικά Μνημεία της Κορινθίας». Πού βρισκόταν όμως η κορινθιακή Αράχωβα;

Την εποχή εκείνη, στα μέσα δηλαδή του 17ου αιώνα, τα όρια της επαρχίας Κορίνθου έφτανε έως και τα Καλάβρυτα. Η περιοχή που αναφέρεται ως κορινθιακή Αράχοβα, ή Ράχοβα, βρίσκεται δυτικά του Σαραντάπηχου, στις απαρχές της κοιλάδας του Κριού ποταμού και ταυτίζεται με το χωριό που σήμερα ονομάζεται Εξοχή. Εκείνη της εποχή σύμφωνα με τις μαρτυρίες του μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων, η Ράχοβα ήταν «χώρα» δηλαδή πολυάνθρωπος και ακμάζουσα, η οποία τροφοδότησε την Εκκλησία αργότερα και με άλλους σπουδαίους κληρικούς.



Εκεί λοιπόν γεννήθηκε ο Δοσίθεος, την Κυριακή των Αγίων Πάντων, στις 31 Μαΐου 1641.

Ήταν γιος του Νικόλαου και της Άννας Σκαρπέτη. Το όνομα της οικογένειάς του διατηρείται μέχρι σήμερα σε συνοικία της Εξοχής, ονόματι Σκαρπετιάνικα. Ο πατέρας του ήταν έμπορος με συναλλαγές και εργασίες στην Κωνσταντινούπολη. Πέθανε στις 24 Ιουνίου 1649 όταν ο μικρός Δοσίθεος ήταν μόνον 8 ετών. Μάλιστα, όπως ιστορεί ο ίδιος, θάφτηκε στο Μπαλουκ αγίασμα δηλαδή στη Ζωοδόχο Πηγή. Φαίνεται ότι την ίδια εποχή πέθανε και η μητέρα του, η οποία καταγόταν από την οικογένεια των Νοταραίων.

Τον μικρό Δοσίθεο πήρε μαζί του ο παππούς του Γεώργιος, ο οποίος ήταν μοναχός στην Μονή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Η Μονή αυτή, η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα, βρίσκεται δυτικά από την Εξοχή (Ράχοβα) και το Περιθώρι, στα υψώματα προς το Σαραντάπηχο. Εκεί σ’ αυτό τον κατάφυτο παράδεισο ο μικρός Δοσίθεος έμαθε γραφή και ανάγνωση και πήρε τις πρώτες εκκλησιαστικές διδασκαλίες του, αφού δεν ήταν δυνατόν πια να παρακολουθήσει το σχολείο των Πατρών, στο οποίο τον είχε γράψει ο πατέρας του το 1648.

Το εσωτερικό του καθολικού της Ι.Μ. Αγίων Αποστόλων όπως είναι σήμερα.

Η Μονή των Αγίων Αποστόλων ανήκε στην Μητρόπολη Κορίνθου, όπου μητροπολίτης ήταν ο Γρηγόριος ο Γουλανός, νονός του Δοσίθεου. Ο Γρηγόριος καταγόταν από τις Αμύκλες της Λακωνίας, και ήταν Μητροπολίτης Κορίνθου τουλάχιστον για μία εικοσαετία, δηλαδή από το 1641-1660. Όταν ο μικρός αναδεξιμιός του έμεινε πεντάρφανος, ο Γρηγόριος τον πήρε υπό την σκέπη του. Το 1652 στο Μοναστήρι των Αγίων Αποστόλων ο Δοσίθεος χρίστηκε Ιεροδιάκονος από τον νονό του, Μητροπολίτη Κορίνθου Γρηγόριο, ο οποίος μετέβη εκεί ειδικά για αυτή την περίσταση.

Το επόμενο έτος, δηλαδή το 1653, ο Δοσίθεος μετακόμισε στην Κόρινθο κοντά στο νονό του, στη Μητρόπολη, όπου επέκτεινε και εμβάθυνε την εκκλησιαστική μόρφωσή του. Στο περιβάλλον του Μητροπολίτη Κορίνθου υπήρχαν ασφαλώς καλύτερες συνθήκες εκπαίδευσης από ό,τι στο απομακρυσμένο ορεινό Μοναστήρι.

Την ίδια χρονιά κι ενώ ο νονός του μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη για την πατριαρχική Σύνοδο και παραμένει εκεί, ο Δοσίθεος μετακομίζει στην Αθήνα, όπου συνεχίζει την εκπαίδευσή του υπό τον διάσημο διδάσκαλο της εποχής Νικόλαο Κεραμέως, ενώ το 1657 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, κοντά και πάλι, στον νονό του, Μητροπολίτη Γρηγόριο.

Στην Κωνσταντινούπολη, πια, 16χρονο παλικάρι, ο νεαρός Δοσίθεος γνωρίζεται με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Παΐσιο, τον οποίον ακολουθεί σε μια μεγάλη περιοδεία στον Εύξεινο Πόντο και τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Μετά το θάνατο του Παϊσίου τον Δεκέμβριο του 1660 επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη, και ένα χρόνο αργότερα προσλαμβάνεται από τον νέο Πατριάρχη Ιεροσολύμων Νεκτάριο ως αρχιδιάκονός του. Το 1666 χειροτονείται μητροπολίτης Καισαρείας (Παλαιστίνης) και το 1667 αποστέλλεται από τον Νεκτάριο ως πατριαρχικός έξαρχος στις Ρουμανικές χώρες για να τακτοποιήσει περιουσιακά θέματα του Πατριαρχείου.
Στο θρόνο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων

Ο Νεκτάριος παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο των Ιεροσολύμων τον Ιανουάριο του 1669. Αμέσως η Σύνοδος του Πατριαρχείου Κωσνταντινουπόλεως – στις 23 Ιανουαρίου, για την ακρίβεια– εξέλεξε τον Δοσίθεο ως Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Ήταν μόνον 28 ετών!

Ο Δοσίθεος μόλις ανέλαβε καθήκοντα αναδιοργάνωσε αμέσως την Αγιοταφική Αδελφότητα. Ανακαίνισε τη Βασιλική της Βηθλεέμ (Σεπτέμβριος 1671 – Ιούλιος 1672), ενώ προχώρησε σε χειροτονίες προκειμένου να καλύψει τα κενά στο πατριαρχείο του: το 1671 χειροτονεί νέο μητροπολίτη Γάζας και νέο επίσκοπο Σινά και το 1672 νέο μητροπολίτη Πτολεμαΐδος.



Την εποχή εκείνη μαινόταν ένας άτυπος πόλεμος με τους Αρμένιους προκαθήμενους στα Ιεροσόλυμα για τη νομή και κυριαρχία των Άγιων Προσκυνημάτων. Οι προκάτοχοι του Δοσίθεου δεν τα είχαν καταφέρει και πολύ καλά και η ελληνική θέση ήταν επισφαλής. Παράλληλα, την ίδια εποχή, βρισκόταν σε εξέλιξη γαλλική πρωτοβουλία για την εκδίωξη των Ελλήνων ιερέων και την παραχώρηση των Προσκυνημάτων σε Λατίνους Μοναχούς. Ο αγώνας του Δοσίθεου ήταν πολυμέτωπος και πολύπλευρος. Τα χρέη του Πανάγιου Τάφου ήταν υπέρογκα κι αυτός ήταν ένας τρίτος τεράστιος αγώνας για να καταφέρει να διασώσει πολύτιμους ναούς και κειμήλια.

Η δράση του

Από τα 38 χρόνια που υπηρέτησε τον πατριαρχικό θρόνο των Ιεροσολύμων μόνο τα δύο έμεινε εκεί. Τον υπόλοιπο καιρό διέτρεχε την επικράτεια της κραταιάς, τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως στις περιοχές των Βαλκανίων, αναζητώντας υποστήριξη για το έργο του, από το ρωμαίικο στοιχείο που ήταν ανεπτυγμένο και πλούσιο.

Ίδρυσε σχολεία, κυρίως στη Ρουμανία και την Παλαιστίνη. Εγκατέστησε τυπογραφεία και τύπωσε βιβλία για τις ανάγκες των υπόδουλων Ορθοδόξων, ενάντια στις προσηλυτιστικές προσπάθειες των Λατίνων και των Προτεσταντών. Ίδρυσε το Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη και το εμπλούτισε με κώδικες σπάνιους.

Περιέτρεξε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο, μέχρι τις εσχατιές της Ρωσίας, κάνοντας εράνους και συγκεντρώνοντας δωρεές, ιδίως από τους Ρωμηούς ηγεμόνες των παραδουνάβιων χωρών, ώστε κατάφερε να εξοφλήσει το υπέρογκο χρέος του Παναγίου Τάφου.

Στα τέλη του 1673 ενώ βρισκόταν στο Βελιγράδι έμαθε ότι οι Γάλλοι επιχειρούσαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τον Ναό της Αναστάσεως. Αμέσως, υπέβαλε αναφορά στον σουλτάνο Μεχμέτ Δ΄ και κατάφερε τον Φεβρουάριο του 1675 σε δημόσια διαδικασία κατ’ αντιπαράθεση με τους εκπροσώπους των Λατίνων Ιερέων, να τον πείσει εκθέτοντας τα επιχειρήματά του. Ο Μεχμέτ εξέδωσε σουλτανικό ορισμό με τον οποίο περιερχόταν η κατοχή του αγίου Τάφου και του αγίου Σπηλαίου της Βηθλεέμ στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.



Ένα χρόνο αργότερα, το 1676 κι ενώ βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα για το Πάσχα, οι αντίπαλοί του, κυρίως Γάλλοι με επικεφαλής τον κόμη Charles De Noitel αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν και μάλιστα δύο φορές! Η πρώτη απόπειρα δολοφονίας του πραγματοποιήθηκε ανήμερα το Πάσχα και «στέφθηκε» από πλήρη αποτυχία. Η δεύτερη έγινε όταν αυτός, εγκαταλείποντας τα Ιεροσόλυμα, διερχόταν την Βηρυτό και σώθηκε διότι υποψιασμένος όπως ήταν, είχε φροντίσει να ενδυθεί τούρκικη περιβολή!

Ξαναγύρισε στα Ιεροσόλυμα τον Σεπτέμβριο του 1678, ανακαίνισε την Μονή του Προφήτη Ηλία και χειροτόνησε νέο μητροπολίτη Ναζαρέτ ενισχύοντας την ελληνική παρουσία. Την επόμενη χρονιά στην Κωνσταντινούπολη απέκρουσε άλλη μια συντονισμένη επίθεση επί των ελληνικών δικαιωμάτων από τους Αρμένιους και τους Λατίνους. Γι’ αυτήν την περίπτωση ξόδεψε πάνω από 150.000 γρόσια ώστε να αποκτήσει τα απαραίτητα φιρμάνια.

Το 1683 επέστρεψε και πάλι στην Ιερουσαλήμ όπου με μία στρατηγική κίνηση, ενισχύοντας οικονομικά τα Μοναστήρια των Γεωργιανών Ορθοδόξων κατάφερε να τα θέσει στην πλήρη κατοχή της Ελληνορθόδοξης Αγιοταφικής Αδελφότητας!



Το 1689 οι Λατίνοι κατάφεραν να αποσπάσουν σουλτανικό διάταγμα σύμφωνα με το οποίο τα αγιοταφικά προσκυνήματα τους ανήκαν, όμως ο Δοσίθεος κινήθηκε αστραπιαία και πέτυχε την έκδοση διαταγμάτων σχετικών με το δικαίωμα αφής του Αγίου Φωτός και της επισκευής μιας εκκλησίας και μίας μονής και του τρούλου του Ναού της Αναστάσεως.
Παράλληλα, έχοντας ήδη καλλιεργήσει άριστες σχέσεις με τη Ρωσική Εκκλησία και τους Τσάρους, κατάφερε στη Ρωσοτουρκική συνθήκη του 1700 να επιστραφούν τα προσκυνήματα στους Ελληνορθοδόξους, όμως πρακτικά αυτό δεν έγινε.
Έκτοτε, αξιοποιούσε και την παραμικρή ευκαιρία για να προωθήσει το θέμα των προσκυνημάτων και κάθε φορά που μετέβαινε στην Μόσχα Τούρκος απεσταλμένος έστελνε σχετικές επιστολές στον Ρώσο Ηγεμόνα.

Προστάτης των Γραμμάτων – Μέριμνα για την Εκπαίδευση

Στα ταξίδια του ο Δοσίθεος συνέλεξε πολλά χειρόγραφα και βιβλία με τα οποία επιχειρούσε να διαφωτίσει τον κλήρο και τους μοναχούς του πατριαρχείου του. Παράλληλα, υπήρξε ο ιδρυτής ελληνικών τυπογραφείων στην Μολδαβία στην περίοδο της ηγεμονίας του Γεωργίου Δούκα. Συγκεκριμένα ίδρυσε στο Ιάσιο στον Άγιο Σάββα ελληνικό και ρουμανικό τυπογραφείο και στην Βλαχία ίδρυσε αντίστοιχα σε Βουκουρέστι, Τεργκοβίστε, Ρίμνικ και Σναγκώβ.

Επίσης, μερίμνησε για την σύσταση σχολείων και μετά τη δωρεά 2650 ασλανίων από τον Γεώργιο Καστριώτη, ίδρυσε σχολές για νέους και για μοναχούς στην Γάζα, την Ιερουσαλήμ, τη Ραμάλα,Τάϊπιν, Πεζαλά και Κοράκιο. Υπήρξε ένας εκ των συνιδρυτών της Αυθεντικής Ακαδημίας της Ουγγροβλαχίας. Ιδιαίτερη επίσης φροντίδα επέδειξε για την ενίσχυση της Ελληνολατινοσλαβικής Ακαδημίας της Μόσχας και την ανάπτυξη της τυπογραφίας της.

Δοσίθεος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων. Τόμος Ἀγάπης κατὰ Λατίνων συλλεγεὶς καὶ τυπωθεὶς…, Ἰάσιο, 1698
(Βιβλιοθήκη Ιδρύματος Ωνάση)
__________


Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στο Αγιοταφικό Μετόχιο της πόλης στις 7 Φεβρουαρίου 1707 σε ηλικία 66 ετών. Στην κηδεία του παρέστη ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ Γ’, αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί και Έλληνες άρχοντες. Μετά οκτώ χρόνια μεταφέρθηκαν τα οστά του στα Ιεροσόλυμα με μέριμνα του ανιψιού του και ετάφησαν στη Μονή των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων.

Στον Πατριαρχικό Θρόνο των Ιεροσολύμων τον διαδέχτηκε ο ανιψιός του Χρύσανθος Νοταράς, επίσης γεννημένος στη Ράχοβα, ο οποίος ολοκλήρωσε το έργο του και κατοχύρωσε τα δικαιώματα των Ελληνορθόδοξων, αρχικά ότι προέχουν των Αρμενίων εις την τελετήν του Αγίου Φωτός και εν συνεχεία και μεγάλο μέρος των υπολοίπων.

Ο Δοσίθεος παραμένει στην ιστορία ως ένας φωτισμένος Ιεράρχης, που εκτός των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων των ελληνορθόδοξων, υποστήριξε σθεναρά τα γράμματα και την έκδοση βιβλίων και συγγραμμάτων με την ίδρυση τυπογραφείων, διαφυλάττοντας με τον τρόπο του, τη φλόγα, που κράτησε ζωντανό τον Ελληνισμό σε σκοτεινές εποχές και μέχρι την ανάστασή του.Έρευνα – κείμενα – Επιμέλεια: Γιώτα Χρ. Αθανασούλη


Πηγές:
  • Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου, Πατρίς και Μονή Μετανοίας Δοσιθέου Ιεροσολύμων
  • Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου, Εκκλησιαστική Ιστορία και Χριστιανικά Μνημεία της Κορινθίας
  • Ιωάννη Ντούρα, Ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων και η προσφορά αυτού εις τας Ρουμανικάς χώρας και την εκκλησίαν αυτών
  • Αρχιμ. Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, «Δοσίθεος Πατριάρχης Ιεροσολύμων»
  • aigeira2.blogspot.com
  • ikivotos.gr
  • www.vimaorthodoxias.gr
  • http://www.impantokratoros.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Previous
Next Post »