To χρονογράφημα για τα αστεία επώνυμα που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων από τους κυρίους Τενεκέ, Βάσανο και Κατσούφη και τις κυρίες Γίδα και Κατρουλή. Ο κ. Καφφές που είχε χιούμορ, έψαχνε το καμινέτο


Ο ασυμβίβαστος Νικόλαος Θηβαίος υπήρξε από τους ευφυέστερους νομικούς της χώρας μας, με σπινθηροβόλο πνεύμα και ιστορικοφιλοσοφικές ανησυχίες....

Είχε τη δυνατότητα να τροφοδοτεί τον περίγυρό του με γόνιμους προβληματισμούς και να προκαλεί συζητήσεις. Με τα άρθρα του συχνά τροφοδοτούσε τις στήλες των χρονογράφων. Το ίδιο συνέβη και το 1943, όταν έβαλε σε πραγματικούς μπελάδες τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Παύλο Παλαιολόγο.

Σε άρθρο του που δημοσίευσε στην «Εφημερίδα των Ελλήνων Νομικών», ο Ν. Θηβαίος αναρωτιόταν τι σημαίνουν τα επώνυμα. Συμπέραινε δε, μεταξύ άλλων, πως και μόνον το άκουσμα πολλών ονομάτων ανακαλούσε σε όποιους το άκουγαν κοπρώνες και μιάσματα ή προκαλούσε γέλια στα χείλη του αναγνώστη ή του ακροατή. Αυτό ήταν!

«Τσίμπησε» ο Π. Παλαιολόγος και έσπευσε να γράψει το καθημερινό χρονογράφημά του υποστηρίζοντας πως διατηρούσε ένα μακρύ κατάλογο ονομάτων τόσο τολμηρών που δεν μπορούσε να τα δώσει προς δημοσίευση. Περιορίστηκε δε να αναφερθεί σε επώνυμα κακόηχα, άκομψα, θλιβερά ή αηδιαστικά ή σε επώνυμα που έδιναν ιδιότητες που δεν είχαν οι κάτοχοί τους ή εάν τις είχαν δεν ήθελαν κάποιος να τους τις θυμίζει. Ε, έφτανε ο καημός σε όποιον λεγόταν Άσοφος, Κακίας, Καμπούρης, Κουφός, Τραυλός, Κοντομίχαλος, Αγέλαστος, Βάσανος, Κατσούφης, Μαύρος, Κλεφτογιάννης. Ήταν ανάγκη να τους το θυμίζουν;

Αυτά έγραφε ο Παλαιολόγος, ο οποίος είχε εντυπωσιαστεί από το γεγονός ότι κάποιος είχε φύγει από τη ζωή στον Βόλο όπου πέρασε τη ζωή του Λερωμένος και με την ονομαστική αυτή ακαθαρσία παραδόθηκε στην αιωνιότητα. Επίσης, ότι κάποια επίθετα όπως Τουρκοβασίλης, Φράγκος, Ολλανδέζος, Αρμένης, Αρβανίτης κ.ά. παρέπεμπαν σε τόπους καταγωγής. Ακόμη, επώνυμα που διέστρεφαν την επαγγελματική ιδιότητα του φέροντος, όπως ο δημοσιογράφος Βουτυράς, οι δικηγόροι Λαδάς και Τσουκαλάς, ο αλευράς που λεγόταν Τσαγγάρης και ο Τσαγγάρης που διηύθυνε το Πρακτορείο Εφημερίδων. Πιθανολογούσε δε το παράδοξο να παραμερίζεται ο κ. Νερουλός και επικεφαλής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας να μπαίνει ο Φωτιάς, αντί του Καμμένου που τον καταλάμβανε το όριο ηλικίας.

Αναφερόμενος σε πραγματικά πρόσωπα των ημερών του έγραφε πως βρέθηκε Μητροπολίτης με μισή ντουζίνα παιδιά, Αρχιμανδρίτης με χαρτοπαικτικές λέσχες, Καλόγηροι με καμπαρέ, Παπάδες με τη μπλούζα χειρούργου και Διάκοι που κυβερνούσαν Εκκλησία και Πολιτεία.

Τα άκομψα

Ως άκομψα κατέγραφε τα επώνυμα Καραμπατζάκογλου, Ακτσηογλούς, Καραμπαρμπούνης, Αλογογιάννης και Χατζημπερμπάντης, ενώ δεν παρέλειψε να σχολιάσει τους εργολάβους κηδειών Ζώη και Χάρο, τον δικηγόρο Ψευδό, τον τενόρο Λαπά ή τις κυρίες Γίδα, Κατρουλή, Τσίκνα κ.ά.

Τα ταιριαστά

Υπήρχαν βέβαια και τα επώνυμα που ταίριαζαν. Ο ανθοπώλης Φλεριανός, ο ζαχαροπλάστης Ζαχαράτος, ο ιδιοκτήτης Σχολής Στενογραφίας Μελέτης και Ξένων Γλωσσών Δασκαλάκης, ο πουκαμισάς Κολλάρος, ο δικηγόρος Δικαίος, ο αρωματοπώλης Ανθομελίδης, ο Γλυφαδιώτης φούρναρης Φουρναράκης , ο οινοπώλης Ξυδιάς, ο κουρέας Κτενάς και ο ράφτης Τσόχας. Ακόμη ο εστιάτορας Φασούλης, ο υποδηματοποιός Παπουτσής, ο ελαιοπώλης Λιόφαγος, ο ράφτης Καλοφορίδης και ο συμβολαιογράφος Δικαιοφύλαξ.
«Βαρέθηκα να ανοίγω επιστολές»

Ο Παλαιολόγος συντασσόταν εμμέσως με την άποψη Θηβαίου πως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχε επιβληθεί «νομοθετικώς εις τους πολίτας η αλλαγή ονομάτων μεμιασμένων, γελοίων ή εν προφανεί δυσαρμονίαν προς την ανθρωπίνην αξιοπρέπειαν». Τι το ήθελε να ασχοληθεί με τα επώνυμα ο Παλαιολόγος. Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Οι αντιδράσεις ήταν σφοδρές και οι επιστολές που έλαβε ακόμη περισσότερες. «Από την αποφράδα εκείνη ημέρα βαρέθηκα να ανοίγω επιστολές», εξομολογήθηκε ο έμπειρος δημοσιογράφος, προσθέτοντας ότι «του Έλληνος ο τράχηλος αστεία δεν υπομένει». Οργισμένος ο Καραμπατζάκογλου του έγραψε πως μέχρι ύστατης πνοής θα επιμείνει να φέρει το τιμημένο επώνυμό του που θύμιζε την αλησμόνητη Ασία, ενώ μέχρι τη στερνή του άχνα επέμενε ότι θα φέρει το επώνυμό του και ο λόγιος Τενεκές.

Βέβαια, υπήρξαν και εκείνοι που είδαν το θέμα με ψυχραιμία και χιούμορ. Στους πρώτους ανήκε ο φιλόλογος Μιχαήλ Μιχαηλίδης Νουάρος, ο οποίος ανέλυσε την προέλευση των ελληνικών επωνύμων. Ανάμεσα στους δεύτερους ήταν και ένας υπάλληλος τραπέζης που έλαβε φορτωτική στα ονόματα Μπρίκα και Καφφέ και αναζητούσε το καμινέτο του.

Του Ελευθέριου Σκιαδά, από τον Μικρό Ρωμιό

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Previous
Next Post »