Οδοιπορικό σε ένα γκουλάγκ της Σοβιετικής Ένωσης


Κρατώ στα χέρια μου αυτούς τους μικρούς άσπρους σβόλους... μοιάζουν με τις στρογγυλές ξέξασπρες πέτρες που αντικρύζει κανείς σε παρθένες παραλίες των νησιών του Ιονίου. Είναι μονάχα πιο τραχιές, σαν χωμάτινες. «Μα δεν υπάρχει άσπρο χώμα. Τρώγονται. Δοκίμασε» με πληροφορεί η συνοδός μου, Γκοχάρ, με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο στα χείλη.

Το όνομά των σβόλων, «κουρτ». Η γεύση τους αλμυρή κι έντονη, τόσο έντονη που ο ουρανίσκος σου αισθάνεται μια βίαιη επίθεση. Σαν να φρακάρουν στο λαιμό καθώς καταπίνεις, ως δείγμα της θλιβερής τους ιστορίας.

Δεν πρόκειται για κάποιο θεσπέσιο γκουρμέ έδεσμα, αλλά για μια μπουκιά επιβίωσης. Αυτοί οι μικροί σβόλοι φτιάχτηκαν για να θυμίζουν χωμάτινη πέτρα ώστε όταν πετιούνται πάνω από τα συρματοπλέγματα, στις φυλακισμένες γυναίκες του στρατοπέδου, να μοιάζουν με επίθεση, με λιντσάρισμα. Στην πραγματικότητα ήταν τυρί «μεταμφιεσμένο» που πετούσαν οι κάτοικοι της γύρω περιοχής στις κρατούμενες για να μπορέσουν να τραφούν και να επιβιώσουν.

Ακόμα και σήμερα πωλούνται στο απέρριτο οικοδόμημα που θυμίζει μαυσωλείο με την τεράστια κατάμαυρη αψίδα, τοποθετημένο 17 χιλιόμετρα έξω από την πρωτεύουσα του Καζακστάν, Αστάνα, άλλοτε γνωστή κι ως Τσελινογκραντ.

Πέρα από τα μεγαλεπίβολα κτήρια της υπερσύγχρονης πρωτεύουσας της χώρας της κεντρικής Ασίας, η γιγαντιαία αυτή «Αψίδα της Θλίψης», όπως ονομάζεται, κατασκευασμένη από σκληρό μέταλλο στήθηκε εκεί για να υπενθυμίζει στον επισκέπτη την φρικαλέα μορφή που μπορεί να πάρει η ανθρώπινη φύση. Παρότι ο θόλος της και το μέγεθός της δεν βοηθούν τον επισκέπτη να το καταλάβει, η αψίδα έχει τη μορφή ενός παραδοσιακού καζακικού γυναικείου κεφαλιού, όπως αυτά που χάρασσαν στα βουνά οι πρόγονοι.

Το συγκεκριμένο στρατόπεδο έγινε τον προηγούμενο αιώνα το αφιλόξενο σπίτι χιλιάδων γυναικών. Την περίοδο της διακυβέρνησης του Στάλιν μητέρες, θυγατέρες και παιδιά των χαρακτηριζόμενων «αντιφρονούντων», των ενάντιων του Σταλινικού καθεστώτος, έζησαν μέσα στα στενόχωρα δωμάτιά του, εργάστηκαν στα χωράφια του και μαρτύρησαν πίσω από αυτά τα συρματοπλέγματα, απλά γιατί κάποιος δικός τους θεωρήθηκε «εχθρός της Πατρίδας», ή πώς θα μπορούσε δυνητικά να γίνει.... Χιλιάδες γυναίκες βιάστηκαν και πέθαναν από τις κακουχίες εντός των τοιχών του.

Από το 1930 και περισσότερο από 20 χρόνια το συγκεκριμένο γκούλαγκ φιλοξένησε ασημες μα και διάσημες γυναίκες της εποχής. Τα καταλύματα είχαν τη μορφή ξύλινων στρατώνων με 400 κουκέτες το καθένα. Οι μερίδες τροφίμων που δίνονταν στις κρατούμενες ήταν πενιχρές, σέρβιραν κυρίως χυλό, λάχανο και πατάτες. Εκτός από το ράψιμο στρατιωτικών στολών, οι γυναίκες εκτελούσαν κι άλλες μορφές καταναγκαστικής εργασίας όπως η εκτροφή των ζώων και άλλα γεωργικά καθήκοντα, ακόμη και οικοδομικές εργασίες. Οι χειμώνες υπήρξαν για τις περισσότερες τρομακτικοί, εξαιτίας της ανεπαρκούς προστασίας από το κρύο.(σ.σ. η θερμοκρασία στο Καζακστάν το χειμώνα φτάνει και τους -45 βαθμούς κελσίου).

Το πιο δύσκολο ωστόσο για τις γυναίκες αυτές που πέρασαν μέρος της ζωής τους φυλακισμένες στο Alzhir ήταν ο αποχωρισμός των παιδιών τους. Τα μικρά παιδιά των «εχθρών της πατρίδας» απομακρύνονται από τις μητέρες τους ενώ πολλά από αυτά στέλνονταν για υιοθεσία.

«Όταν πήραν την μητέρα μου ήμουν 3 χρονών περίπου. Κατάφερα να την ξαναδώ μόνο όταν είχα κλείσει τα 13. Αυτό που θυμάμαι από εκείνη την συνάντηση είναι ότι αντίκρυζα μια ξένη γυναίκα με απεριόριστη λαχτάρα να με δει, να με αγκαλιάσει, να με φιλήσει. Τα πόδια μου όμως και τα χέρια μου δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στο κάλεσμά της. Δεν αναγνώριζαν το πρόσωπο απέναντί τους. Δεν τους θύμιζε τίποτα. Αυτή η σκληρότητα απέναντι στη γυναίκα που με γέννησε όταν στεκόταν με λαχτάρα απέναντί μου, είναι το τίμημα που θα πληρώνω μέχρι να κλείσω τα μάτια μου για κάτι που ούτε εγώ ούτε κι εκείνη είχαμε κάνει» είναι η μαρτυρία μιας γηραιάς κυρίας πια, στο ντοκυμαντέρ που προβάλεται εντός του μουσείου. Η φωνή της «μπάμπουσκας» (σ.σ. γιαγιά) στεντόρια αλλά τα μάτια της γεμάτα δάκρυα που κυλούν αβίαστα χωρίς να παραμορφώνουν ούτε στιγμή το πρόσωπό της, σαν φυσική αντίδραση απέναντι στην αδικία.

Το Alzhir Memorial στη μνήμη των θυμάτων του Ακμόλ άνοιξε στις 31 Μαίου 2007 για να υπογραμμίσει τη φρίκη που κάποτε εκολλάφθηκε στα έγκατά του. Η επίσκεψη σε αυτό δεν είναι σίγουρα ευχάριστη. Είναι ωστόσο απείρως διδακτική κι όσοι τύχει να επισκεφτούν την μακρινή χώρα αξίζει να την υπομείνουν. Σκύβοντας το κεφάλι μπροστά από την μαύρη αψίδα, όπως προστάζει η πινακίδα της, εις μνήμης των πολιτικών κρατουμένων του παλιού, ας ελπίσουμε, καιρού.


Γκουλάγκ




Η ονομασία Γκουλάγκ, ή και Γκούλαγκ, είναι το αρκτικόλεξο της σοβιετικής υπηρεσίας που επόπτευε τα «στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στην πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., όπου εξορίζονταν οι πάσης φύσεως αντιφρονούντες πολιτικοί κρατούμενοι, ύποπτοι κ.λπ». 

Στην κυριολεξία γκουλάγκ δεν λέγονταν τα στρατόπεδα, αλλά η κρατική υπηρεσία (ρωσικά: ГУЛАГ) που ήταν υπεύθυνη για τη διαχείρισή τους. Μία άλλη υπηρεσία, η Ντάλστροϊ, ήταν υπεύθυνη για την εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων που παρήγε η καταναγκαστική εργασία. 

Τα στρατόπεδα της Γκουλάγκ έγιναν διαβόητα καθώς εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που κρατούνταν στις φυλακές αυτές εξαφανίζονταν και έχαναν κάθε επαφή με τις οικογένειες τους, βασανίζονταν και έμεναν φυλακισμένοι σε φρικώδεις συνθήκες διαβίωσης για χρόνια, συχνά χωρίς καν νόμιμες δικαστικές διαδικασίες. Στη Δύση έγιναν γνωστά το 1973 μέσω της δημοσίευσης του έργου Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ 1918-1956 του νομπελίστα συγγραφέα Αλεξάντρ Ισάγεβιτς Σολζενίτσιν. 

Τα πρώτα στρατόπεδα ιδρύθηκαν το 1918 και νομιμοποιήθηκαν με την απόφαση «Για τη δημιουργία στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας» της 15 Απριλίου 1919. Το σύστημα αυτό εξαπλώθηκε γρήγορα, φτάνοντας σε πληθυσμό τις 100.000 στη δεκαετία του 1920, με πολύ υψηλή θνησιμότητα. 

Ο Λαβρέντι Μπέρια υπήρξε πρωτοστάτης αυτής της εξοντωτικής πρακτικής σε βάρος των αντιφρονούντων. Όντας επί Στάλιν αρχηγός της μυστικής υπηρεσίας NKVD, της προδρόμου της KGB, συνώστισε σε γκουλάγκ αντικαθεστωτικούς διαφόρων εθνικοτήτων οι οποίοι κατηγορούνταν για αντισοβιετική δράση. Τα περισσότερα έκλεισαν κατά την αποσταλινοποίηση.


Πηγή: https://www.reader.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Previous
Next Post »